徒 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

徒 ελληνικός ορισμός

  • μόνο

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : Japanese variant of 圖|图;
  • : εικόνα
  • : to slaughter (animals for food); to massacre;
  • : name of a mountain;
  • : Mt Tu in Zhejiang; also written 涂;
  • : χρώμα
  • : be injured; ill (of animals);
  • : sticky rice;
  • : fat (of pigs);
  • : thistle; common sowthistle (Sonchus oleraceus); bitter (taste); cruel; flowering grass in profusion;
  • : follicle;
  • : τρόπος
  • : yeast;

Λέξεις που περιέχουν 徒, ανά επίπεδο HSK