闱 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος χαρακτήρας
Παραδοσιακός χαρακτήρας

闱 ελληνικός ορισμός

wéi

  • door to women's room
  • gate to palace

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : μόνο
  • : enclosure;
  • : Japanese variant of 圍|围[wei2];
  • : περιβάλλω
  • : dike;
  • : to appear displeased; beautiful;
  • : high and uneven;
  • : rocky;
  • : curtain; women's apartment; tent;
  • : curtain; screen;
  • : -ism; only;
  • : mast;
  • : still water;
  • : to flow back (of water);
  • : name of a river;
  • : ancient yak of South East China, also known as 犪牛[kui2 niu2];
  • : διάσταση
  • : παραβιάζω
  • : place in Henan province;
  • : spade;
  • : Wei
  • : soft leather;
  • : a kind of shad with a head like a sturgeon;