公式 έννοια και προφορά

公式
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

公式 ελληνικός ορισμός

gōng shì

  • τύπος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (gōng): δημόσιο
  • (shì): τύπος