服从 έννοια και προφορά

服从
Απλοποιημένη λέξη
服從
Παραδοσιακή λέξη

服从 ελληνικός ορισμός

fú cóng

  • υπακούω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fú): ρούχα
  • (cóng): από