残疾 έννοια και προφορά

残疾
Απλοποιημένη λέξη
殘疾
Παραδοσιακή λέξη

残疾 ελληνικός ορισμός

cán jí

  • αναπηρία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (cán): άτομα με ειδικές ανάγκες
  • (jí): ασθένεια