眼镜 έννοια και προφορά

眼镜
Απλοποιημένη λέξη
眼鏡
Παραδοσιακή λέξη

眼镜 ελληνικός ορισμός

yǎn jìng

  • γυαλιά

HSK level


Χαρακτήρες

  • (yǎn): μάτι
  • (jìng): καθρέφτης

Παραδείγματα ποινών με 眼镜

  • 他戴这个黑色眼镜。
    Tā dài zhège hēisè yǎnjìng.