罢工 έννοια και προφορά

罢工
Απλοποιημένη λέξη
罷工
Παραδοσιακή λέξη

罢工 ελληνικός ορισμός

bà gōng

  • απεργία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bà): να σταματήσει
  • (gōng): δουλειά